γραμματίας

γραμμᾰτ-ίας (sc. λίθος), ου, , precious stone like an emerald, v. l. in Plin.HN37.118:—Hsch. has γραμματίας· περιεσπασμένους.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γραμματίας — γραμματίᾱς , γραμματίας masc acc pl γραμματίᾱς , γραμματίας masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματίαι — γραμματίας masc nom/voc pl γραμματίᾱͅ , γραμματίας masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματίου — γραμμάτιον bond neut gen sg γραμματίας masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.